Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

ΗΘΗ ΚΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ


Πριν από 30 χρόνια περίπου ο γάμος είχε ακόμα στοιχεία γνησιότητας και αυθεντικότητας.
Πριν το γάμο γίνονταν ο αρραβώνας. Τα ειδύλλια πλέκονταν στην Κυριακάτικη βόλτα των νέων ή στις συναναστροφές των κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων. Το πλεονέκτημα όμως αυτό δεν το είχαν όλοι οι νέοι του χωριού. Τα αγόρια των κτηνοτρόφων δεν είχαν π.χ. την ευκαιρία της κυριακάτικης βόλτας. Για το λόγο αυτό κατέφευγαν στα προξενειά με συγγενικά πρόσωπα η ειδικούς προξενητές άνδρες η γυναίκες. Στους “προυξινήτις” έδιναν χρήματα η πουκάμισο και στις “προυξινήτσις” παντόφλες. Πήγαινε η προξενήτρα στο σπίτι της νύφης και έλεγε στους γονείς της, ότι έφερε προξενειά για το κορίτσι. Απαριθμούσε τα προσόντα του γαμπρού και αν άρεσαν στους γονείς δέχονταν να τον πάρουν για γαμπρό τους. Την ίδια μέρα ώριζαν ποιά μέρα θα γινόταν ο αρραβώνα, συνήθως Σάββατο.

Η επισημοποίηση του αρραβώνα γίνονταν στο σπίτι της νύφης. Ο πατέρας του γαμπρού με 2-3 συγγενικά πρόσωπα πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Εκεί συζητούσαν για την προίκα που θα έδινε ο πατέρας στη νύφη. Μέχρι να καταλήξουν σε συμφωνία ο γαμπρός μόνο άκουγε χωρίς να λέει τίποτα. Πολλές φορές δεν κατέληγαν σε συμφωνία (συνήθως διαφωνούσαν για τα κτήματα) και ο αρραβώνας διέλυε. Όταν συμφωνούσαν έδιναν τα χέρια οι συμπέθεροι, γίνονταν η ανταλλαγή δακτυλιδιών, όριζαν την ημερομηνία του γάμου, που γινόταν πάντα Κυριακή, εύχονταν για το νέο ζευγάρι και η νύφη άρχιζε τα κεράσματα. Οι δυο νέοι μετά τον αρραβώνα μπορούσαν να πηγαίνουν μαζί στην εκκλησία, στη βόλτα και στις κοινωνικές εκδηλώσεις ακολουθούμενοι από τους συμπέθερους. Η νύφη έπρεπε να φυλάξει την τιμή της μέχρι την ημέρα του γάμου.

Όταν ερχόταν η εβδομάδα του γάμου ο γαμπρός δεν πήγαινε να δει τη νύφη παρά μόνο την Κυριακή του γάμου στην εκκλησία. Τη Δευτέρα πήγαινε το σόι της νύφης στο Λάκκο και έπλενε τα προικιά της. Την Τρίτη και την Τετάρτη τα σιδέρωναν και τα καταμετρούσαν. Την Πέμπτη «ανιέπιαναν» τα προζύμια για να ζυμώσουν την Παρασκευή τα κλίκια που ήταν 3. Την Παρασκευή το πρωί δύο παλικάρια απ΄το σόι της νύφης πήγαιναν στο βουνό και έκοβαν “μπρούσλιανο” (είδος κισσού), τον έφερναν στο σπίτι και τον έβαζαν στο κλίκι.

Το Σάββατο το πρωί στο σπίτι της νύφης έδεναν σχοινιά στην αυλή και άπλωναν την προίκα. Την είχαν απλωμένη μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος, για να δει ο κόσμος ότι η νύφη ήταν χρυσοχέρα και είχε καλή προίκα. Από χρόνια η μάνα της νύφης (και η ίδια η νύφη) κεντούσε έπλεκε και ύφαινε ή αγόραζε κάποια ρούχα, που αποτελούσαν την προίκα της νύφης και το χωριό έπρεπε να τα δει και να τα εκτιμήσει. Ήταν κατά κάποιο τρόπο η καταξίωση των κόπων της μάνας.

Το βράδυ αφού μάζευαν τα προικιά τα ξαναμετρούσαν, τα κατέγραφε στο προικοσύμφωνο ο γραμματέας της Κοινότητας και τα έβαζαν μέσα σε σεντούκια. Το ίδιο βράδυ από του γαμπρού το σόι με τη συνοδεία οργάνων έφερναν τα δώρα στη νύφη, μέσα σε πανέρια (εσσώρουχα γαμπρού και νύφης, που θα φορούσαν την Κυριακή). Αυτό το βράδυ το κάθε σόι γλεντούσε στα δύο σπίτια των μελλόνυμφων χωριστά.

Τότε δεν υπήρχαν τα προσκλητήρια. Την Κυριακή το πρωί δύο αγόρια από κάθε σόι με δύο μπουκάλια κρασί (κλοντήρια) κλεισμένα με γαρύφαλλα γυρνούσαν σ΄όλο το χωριό και έλεγαν στους συγγενείς και φίλους του ζευγαριού ότι είναι καλεσμένοι από το γαμπρό ή τη νύφη και τους έδιναν να πιουν. Ανάλογα ποιός τους καλούσε, σ΄ εκείνου το σπίτι πήγαιναν.

Στις 12 το μεσημέρι από του γαμπρού το σόι ξεκινούσαν δύο η τέσσερα άλογα, ανάλογα πόσα θα έβρισκε ο γαμπρός, και με τέσσερα παλικάρια γυρνούσαν όλο το χωριό καλπάζοντας. Έτσι ο κόσμος καταλάβαινε ότι ξεκινάει ο γάμος και ότι θα φορτώσουν την προίκα.

Πριν ξεκινήσει ο γάμος πήγαινε ο κουρέας να ξυρίσει το γαμπρό. Το ξύρισμα του γαμπρού γινόταν με επισημότητα. Τραγούδια του γάμου συνόδευαν το ξύρισμα και το ντύσιμο του γαμπρού ενώ συγγενείς και φίλοι γέμιζαν το σπίτι. Την ίδια ώρα στο σπίτι της νύφης γινόταν ο στολισμός της με τραγούδια και κεράσματα. Τα τραγούδια του γάμου είχαν συγκινητικό περιεχόμενο, που ενίσχυε τον τελετουργικό χαρακτήρα του γάμου :
« Αφήνου γειά στου μαχαλά, κι γειά στα παλικάρια,
αφήνου κι στη μάνα μου, τρία γυαλιά φαρμάκι.
Τόνα να πίνει του πρωί, τάλλου του μισημέρι,
του τρίτου του φαρμακιρό να πίνει όταν κοιμάτι »
« Μια Παρασκιβή κι ένα Σαββάτου βράδυ
μάνα μ΄έδιουχνι απου τ΄αρχουντικό μας
κι ου πατέρας μου κι αυτός μι λιέει να φύγου
φεύγου κλιαίγουντας, φεύγου παραπουνιώντας »

Από την ώρα που άρχιζαν να μαζεύονται οι πρώτοι καλεσμένοι, στο σπίτι του γαμπρού στη σκάλα του σπιτιού στέκονταν δύο κορίτσια η μία με δίσκο γεμάτο ποτήρια με ρακί και η άλλη με λουκούμια και κερνούσαν τον κόσμο, που εύχονταν «ώρις σας καλιές». Τα όργανα έπαιζαν και ο κόσμος χόρευε και τραγουδούσε μέχρι να ξεκινήσουν για την εκκλησία.

Η συνοδεία του γαμπρού ξεκινούσε με τά άλογα μπροστά για να πάει να πάρει τον κουμπάρο και όλοι μαζί πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Η κουμπαριά που είχε γίνει από παλιά έπαιζε καθοριστικό ρόλο. Ο κουμπάρος ήταν πολύ συνδεδεμένος με το ζευγάρι και αργότερα θα βάφτιζε και τα παιδιά.

Αφού έπαιρναν τον κουμπάρο, με τα όργανα και τα άλογα μπροστά, πήγαιναν να πάρουν τη νύφη. Ανέβαινε ο γαμπρός στο σπίτι της νύφης, όπου τον περίμενε ο πεθερός. Του διάβαζαν το προικοσύμφωνο για να το ακούσουν οι παρευρισκόμενοι στον αρραβώνα και αν το έβρισκαν σωστό το έπαιρνε ο γαμπρός.

Του μετρούσε τα χρήματα η τις λίρες που του είχε τάξει. Έβαζαν στον ώμο του κουμπάρου τα δώρα του από την προίκα της νύφης. Όταν τελείωναν έβγαινε η νύφη από το δωμάτιό της. Στο διάστημα αυτό το σόι του γαμπρού φόρτωνε την προίκα σε άλογα η μουλάρια και ξεκινούσαν για την εκκλησία. Προπορευόταν ένα παιδί επάνω στο άλογο, που κρατούσε έναν καθρέφτη.

Ακολουθούσε η προίκα, τα όργανα, ο κουμπάρος, ο γαμπρός, η νύφη, οι συμπέθεροι και οι λοιποί καλεσμένοι.

Η πομπή χώριζε στα μισά της διαδρομής και η μεν προίκα κατευθύνονταν προς το σπίτι του ζευγαριού, οι δε υπόλοιποι προς την εκκλησία. Η νύφη πετούσε το ένα κλίκι στους καλεσμένους πίσω της στην αυλή του σπιτιού της, και το δεύτερο στο προαύλιο της εκκλησίας.

Η στέψη γινόταν στην εκκλησία ενώ παλιότερα γινόταν και στα σπίτια, όταν δεν ήθελαν να πάρει δημοσιότητα το γεγονός (π.χ. σε χήρους). Όταν έφθαναν στην είσοδο της εκκλησίας ο παπάς οδηγούσε τον γαμπρό και τη νύφη κάτω από τον πολυέλαιο, όπου τελούνταν το μυστήριο του γάμου.


Μετά τη στέψη πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί η πεθερά υποδεχόταν τη νύφη δίνοντας της μέλι να μελώσει το σπίτι σχηματίζοντας ένα σταυρό στο κεφαλάρι της πόρτας και βάζοντας την να πατήσει ένα σίδερο για να είναι “σιδερένια”, και ένα ρόδι για να είναι καρπερή.

Τότε γινόταν κι ο «νταρός» δηλαδή η προσφορά δώρων από τη νύφη στους στενούς συγγενείς του γαμπρού και σε άλλους καλεσμένους και αυτοί της έδιναν για φιλοδώρημα φλουριά η χρήματα.


Στη συνέχεια, αφού έβαζαν στα ζωνάρια τα δώρα τους συνήθως χειροποίητες μάλλινες κάλτσες, πήγαιναν όλοι στην πλατεία του χωριού (χοροστάσι) όπου ακολουθούσε γλέντι και χορός. Το κέντρο της πλατείας ήταν γεμάτο τραπέζια και καθίσματα για τους καλεσμένους και γύρω στηνόταν ο χορός. Πρώτος έσερνε το χορό ο κουμπάρος, μετά ο γαμπρός και μετά η νύφη. Ακολουθούσε το σόι του κουμπάρου, του γαμπρού, της νύφης.

Το γλέντι τελείωνε αργά με το τραγούδι της νύφης. Πιάνονταν όλοι στο χορό «αγκαζέ» εκτός από το γαμπρό. Το χορό τον άρχιζε ο κουμπάρος, που κρατούσε το 3ο κλίκι. Το τραγούδι έλεγε :

"Μεσ΄ της νύφης τα λουλούδια τρία πουλάκια κελαηδούσαν
το ΄να λέει τ΄άλλο κλαίει τ΄άλλο κελαηδεί και λέει:
Να ΄χα μάνα της καρδιάς μου
και πατέρα της ψυχής μου
κι αδελφό της αγκαλιάς μου.
Τώρα του γαμπρού η μάνα περ΄ φανεύετε και λέει:
γω 'χω γιο και άλλη δεν έχει,
γω ΄χω δένδρο στην αυλή μου κυπαρίσσι στη γωνιά μου.
Κάθεται η μοίρα και μοιράζει
και μοιράζει και ταιριάζει και βαριά αναστενάζει.
Βρέ πανάθεμά σε μοίρα που δεν τα μοιράζεις ίσια
στα καλά τα παλικάρια δίνεις άσχημα κορτσούδια
κι στα όμορφα κοριτσιούδια δίνεις άσχημα πιδούδια."

Στο τέλος του τραγουδιού οι συμμετέχοντες στο χορό κομματιάζουν το «κλίκι» και πετάνε τα κομμάτια στον αέρα, για να πάρουν όλοι από ένα μικρό κομματάκι.
Τη Δευτέρα το πρωί η μάνα του γαμπρού έβγαζε στο μπαλκόνι τα σεντόνια που κοιμήθηκε το ζευγάρι για να δει ο κόσμος, που πήγαινε τα δώρα στο σπίτι, ότι η νύφη της ήταν παρθένα. Επίσης τη Δευτέρα το πρωί πήγαιναν κοπέλλες από το σόι της νύφης και έστρωναν τα προικιά. Μετά την ξαναέντυναν νύφη. Βγαίνοντας από το σπίτι έκανε υπόκλιση προς τη μεριά του ήλιου και όλοι μαζί πήγαιναν στο Λάκκο (ποτάμι) του χωριού. Η νύφη κρατούσε ένα κανατάκι έπαιρνε νερό και έριχναν μέσα ένα φλουρί. Μετά το πετούσε προς τα παιδιά που ήταν εκεί. Αν το φλουρί το έπιανε αγόρι, θα γεννούσε αγόρι, αν κορίτσι, θα γεννούσε κορίτσι. Επιστρέφοντας στο σπίτι, όποιον έβρισκαν στο δρόμο του έκανε «μετάνοια».

Το βράδυ ξαναπήγαιναν στην πλατεία και γλεντούσαν και χόρευαν 2η φορά.


Σύγχρονος γάμος: Παναγιώτα & Χρήστος Τσάρος - Κουμπάρος ο Θανάσης Καλαμπαλίκης (1998)


Προικοσύμφωνα:




2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τόσο όμορφα, συμβολικά και συγκινητικά έθιμα!..
Κρίμα που όλο και λιγότερο τηρούνται σήμερα!..
Θυμίζουν μερικά από αυτά έθιμα γάμου από την αρχαία Ελλάδα που και ο ποντιακός γάμος όπως αναβιώνει στο Ζυγό Καβάλας, έχει κρατήσει κάποιες παλιές συνήθειες επίσης...

Ανώνυμος είπε...

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ Η ΒΟΡΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΜΕΡΗ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ.
ΟΙ ΑΡΜΟΔΙΟΙ ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΣΟΥΝ ΝΑ ΤΟΝΩΣΟΥΝ ΤΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΓΡΟΤΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ ΩΣΤΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΟΣ ΕΛΞΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΞΕΝΩΝ.
ΚΡΙΜΑ ΤΟΣΟ ΟΜΟΡΦΟ ΜΕΡΟΣ ΝΑ ΜΕΝΕΙ ΑΝΑΞΙΟΠΟΙΗΤΟ. ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕΙ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ ΠΟΛΟ ΕΛΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ.