Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Η πρώτη εμφάνιση ανθρώπου στη Χαλκιδική τοποθετείται στους προϊστορικούς χρόνους κατά την παλαιολιθική εποχή (πριν από 450.000 χρόνια), όπως πιστοποιούν τα ευρήματα του σπηλαίου των Πετραλώνων.

Έχουμε επίσης ευρήματα σ΄όλο το μήκος των παραλίων της Χαλκιδικής, που χρονολογούνται από τη νεολιθική εποχή (μυκηναϊκά - εποχή χαλκού και άλλα πρώιμης εποχής σιδήρου).

Το γεγονός ότι η Χαλκιδική είχε κατοίκους από την εποχή του «Homo sapiens» (του έμφρονα ανθρώπου) της προσδίδει ιδιαίτερη αρχαιολογική σημασία αλλά και ιστορικό ενδιαφέρον, λόγω της συνεχούς παρουσίας της στο προσκήνιο της Ιστορίας από τη Μυκηναϊκή περίοδο μέχρι τα νεώτερα χρόνια.

Η Χαλκιδική φέρεται ότι κατοικείται κατά την εποχή μετά την άλωση της Τροίας. Όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, ένα μέρος από τους επιστρέφοντες από την Τροία «Πανέλληνες» εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Χαλκιδική (1104 π.Χ.).

Έναν αιώνα αργότερα εγκαταστάθηκαν εδώ φυλές Πελασγών και Θρακών (Ηρόδοτος) και στη συνέχεια ελληνικές αποικίες. Πολλοί απ΄τους παλιούς κατοίκους συγχωνεύτηκαν με τους νεοέλληνες. Γι αυτό οι κάτοικοι της Χαλκιδικής καλούνταν και δίγλωσσοι (μιλούσαν και την ελληνική και την θρακική γλώσσα).

Η Χερσόνησος ονομάσθηκε Χαλκιδική, λόγω του μεγάλου αριθμού των αποικιών της Χαλκίδας σ΄αυτήν, αν και νεώτεροι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι το όνομα προήλθε από τον πλούτο της σε μέταλλα και ιδίως χαλκό.

Ο πρώτος αποικισμός άρχισε τον 8ο αιώνα π.Χ., για εμπορικούς κυρίως λόγους, από τη Χαλκίδα και την Ερέτρεια. Ακολούθησαν η Κόρινθος, η Άνδρος, η Αθήνα. Τέλος οι Μακεδόνες συμπλήρωσαν τον αποικισμό.

Οι Μακεδόνες προέρχονταν από τους Πρωτοέλληνες και συγκεκριμένα από τη φυλή των Μακεδνών, που εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο και τη Μακεδονία από το 2300-1900 π.Χ. (η ονομασία τους προήλθε από τη λέξη μάκος, που σημαίνει μήκος, λόγω του ύψους των Μακεδόνων).

Η αρχαία ελληνική Μακεδονία έφθανε προς βορρά στη γραμμή Αχρίδα-Μοναστήρι-Στρώμνιτσα-Νευροκόπι.

Οι βορειότερες περιοχές των Σκοπίων και του Τετόβου υπάγονταν στην αρχαία Δαρδανία. Κατά τον 7ο αιώνα στα βόρεια της Μακεδονίας είχαν εγκατασταθεί σλαβικά φύλα και μετά οι Βούλγαροι, λαός μογγολικής καταγωγής, που σιγά-σιγά εκσλαβίστηκε.

Κατά τους ιστορικούς χρόνους, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, είχαμε τις εκστρατείες των Περσών κατά της Ελλάδας (Μηδικοί πόλεμοι: Μαρδόνιος 493 π.Χ., Ξέρξης 480 π.Χ., Αρτάβαζος 479 π.Χ.). Οι Πέρσες συγκρούσθηκαν με τις ελληνικές πόλεις της Χαλκιδικής, από τις οποίες οι περισσότερες υποτάχθηκαν στους Πέρσες. Τότε διανοίχθηκε και η διώρυγα του Ξέρξη στη χερσόνησο του Άθω. Οι Πέρσες, αφού απέτυχαν να κατακτήσουν την Ελλάδα, τελικά αποχώρησαν.

Κατά την κλασσική περίοδο η Χαλκιδική υπήρξε για πάρα πολλά χρόνια η «πέτρα του σκανδάλου» μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης, με αποτέλεσμα να διαδραματισθούν εδώ τα σημαντικότερα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στο χάρτη φαίνονται οι κυριότερες πόλεις της Χαλκιδικής με την κατά προσέγγιση θέση που είχαν.

Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, το φθινόπωρο του 424 π.Χ. ο βασιλιάς της Σπάρτης Βρασίδας ερχόμενος από την Άκανθο στο δρόμο για την Αμφίπολη, στρατοπέδευσε στην πόλη των Αρνών, η οποία συμπεραίνεται ότι βρισκόταν στα όρια του λεκανοπεδίου του Παλαιοχωρίου και για την οποία δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες.

Με τη στροφή των Μακεδόνων προς τη θάλασσα, οι Μακεδόνες βασιλείς αναμίχθηκαν στα ζητήματα των πόλεων της Χαλκιδικής. Μετά από σειρά συγκρούσεων με τις νότιες ελληνικές ηγεμονίες επικράτησαν οι Μακεδόνες με αποτέλεσμα να γίνει η Χαλκιδική μακεδονική επαρχία επί Φιλίππου του Β΄.

Κατά την εποχή αυτή έζησε και ο μέγας φιλόσοφος Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης, ο θεμελιωτής του σύγχρονου πολιτισμού, ο οποίος κλήθηκε και ανέλαβε την κηδεμονία του Αλεξάνδρου, γιου του Φιλίππου. ‘Οταν ανέβηκε ο Αλέξανδρος στο θρόνο, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ανοικοδόμησε την πατρίδα του Αριστοτέλη, τα Στάγειρα.

Από την αλεξανδρινή εποχή και μετά, όσες πόλεις είχαν γλιτώσει από την καταστροφή επί Φιλίππου, παρουσίασαν μεγάλη ανάπτυξη.

Αργότερα, κατά τους Ρωμαικούς χρόνους η Χαλκιδική καταλήφθηκε από τις λεγεώνες της Ρώμης.

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ήταν και πάλι στο προσκήνιο χάρις στην χερσόνησο του Άθωνα. Δεν γνωρίζουμε πότε διαδόθηκε ο Χριστιανισμός, άν και η παράδοση αναφέρει ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε ναούς σε διάφορα σημεία της περιοχής.

Το 540 μ.Χ. εισέβαλαν οι Ούννοι στη Χαλκιδική και προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές.

Στη συνέχεια κυρίαρχο ρόλο στην ιστορία της Χαλκιδικής είχε το Άγιο Όρος. Από τον 4ο αιώνα μ.Χ. υπήρξαν μοναχοί στον Άθωνα. Από τότε χρησίμευε σαν ερημητήριο. Πρώτος ησυχαστής θεωρείται ο όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης. Οι πρώτοι μοναχικοί συνοικισμοί υπέστησαν πολλές καταστροφές από τις επιδρομές των Αράβων κατά τον 8ο αιώνα, καθώς και από τους πειρατές. Το 885 μ.Χ. ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών εξασφάλισε με χρυσόβουλο διάφορα προνόμια στους μοναχούς και τους παρεχώρησε ολόκληρη τη χερσόνησο του Άθωνα. Πολλοί βυζαντινοί αυτοκράτορες τίμησαν τις μονές του Αγίου Όρους με πλουσιότατες δωρεές.

Ακολούθησαν πολλές καταστροφές από πειρατές και σταυροφόρους.

Περί τα τέλη του 14ου αιώνα υπήρχαν 19 μονές που απορρόφησαν και τις 7 μικρότερες (σήμερα υπάρχουν 20, οι 11 κοινοβιακές και οι 9 ιδιόρρυθμες).

Η υποταγή του Όρους στους Τούρκους ανάγεται το 1430, όταν ο Μωάμεθ ο Πορθητής κυρίευσε τη Θεσσαλονίκη και ακολούθησε άλλη μια σειρά καταστροφών.

Έτσι κλείνει η μεσαιωνική ιστορία της Χαλκιδικής, που ταυτίζεται με κείνη του Αγίου Όρους, που αποτελεί ακόμα και σήμερα τη ζώσα ιστορία της βυζαντινής εποχής, χάρις στις μονές και τους θησαυρούς που περικλείουν.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν διοικητικά τη Μακεδονία σε τρία βιλαέτια με πρωτεύουσες τη Θεσσαλονίκη, το Μοναστήρι και τα Σκόπια. ΄Ετσι επικράτησε να θεωρούνται και τα τρία ως Μακεδονία, και όχι μόνο η περιοχή του αρχαίου Μακεδονικού κράτους.

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η περιοχή της Μακεδονίας (provincia Macedonia) εκτεινόταν από τη Θράκη μέχρι τις ακτές της Αλβανίας, ενώ κατά τους βυζαντινούς χρόνους το “θέμα” (διοικητική περιφέρεια) της Μακεδονίας εκτεινόταν ανατολικά ως τον Εύξεινο Πόντο περιλαμβάνοντας και τη βόρεια Θράκη. Μόνο κατά τον καιρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επεκτάθηκε ακόμα πιο βόρεια περιλαμβάνοντας το Κιουστεντέλ και τα Σκόπια.

Κατά το τέλος του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε το “Μακεδονικό Ζήτημα” (που είναι στην ουσία μέρος του Ανατολικού ζητήματος, δηλαδή του προβλήματος ποιός να κυριαρχήσει στα εδάφη της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Τα βαλκανικά κράτη, Ελλάδα, Σερβίαςκαι Βουλγαρία προσπάθησαν να προσεταιρισθούν τους πληθυσμούς κάθε ένα για λογαριασμό του. ΄Ετσι άρχισαν εθνικιστικές διαμάχες, που διήρκεσαν περίπου μισό αιώνα (1870-1918 μ.Χ.)

Τα τελευταία χρόνια η διάλυση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και το αίτημά της για αναγνώριση των επί μέρους κρατιδίων της ως ανεξάρτητων από τη Διεθνή Κοινότητα, έφερε στην επικαιρότητα το “Μακεδονικό ζήτημα”. Τα Σκόπια το 1991 ζήτησαν να δημιουργηθεί ανεξάρτητο κράτος με το όνομα “Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Η Ελλάδα αντιτίθεται στην αναγνώριση κράτους στα βόρεια σύνορά της μ΄αυτό το όνομα. Οι όροι Μακεδονία - Μακεδόνες ανήκουν στον Ελληνισμό και τους Έλληνες. Αποτελούν εθνική και πολιτιστική κληρονομιά και έτσι έχουν καταγραφεί στην ιστορία αιώνες ολόκληρους πριν εμφανισθούν οι Σλάβοι στην περιοχή των Βαλκανίων και ιδιαίτερα στο μακεδονικό χώρο.

Δεν είναι δυνατόν ο αυτοπροσδιορισμός τους να καταργήσει το δικό μας δικαίωμα στον όρο “Μακεδονία”.

Άν σήμερα αναγνωρισθεί το αίτημα των Σκοπίων, θα δημιουργηθεί ένα κυρίαρχο κράτος με διεθνή υπόσταση και όνομα που δεν θα εκφράζει το σύνολο της εδαφικής περιοχής της επικράτειας του, υποβαθμίζοντας τόσο την ελληνική όσο και τη βουλγαρική Μακεδονία σε “αλύτρωτες, υπόδουλες” περιοχές, που περιμένουν να ελευθερωθούν και να ενωθούν με τη “μητέρα πατρίδα” τα Σκόπια.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ

Το Παλαιοχώρι δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ιδρύθηκεμε με το σημερινό του όνομα. Το όνομα του προέρχεται ακριβώς από ότι είναι ακριβώς πολύ παλιό χωριό.

Κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε μία απ΄τις 32 πόλεις της Ολυνθιακής Ομοσπονδίας, που κατέστρεψε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Β΄ το 348 π.Χ.

Η Μακεδονική παρουσία στην περιοχή επιβεβαιώνεται προς το παρόν από τα αρχαία νομίσματα, που βρέθηκαν σ΄αυτήν.

Γύρω από το χωριό σώζονται πολλά ερείπια κάστρων, οικισμών ή οχυρώσεων. Κατά καιρούς βρέθηκαν σ΄αυτά αρχιτεκτονικά μέλη, τάφοι, όστρακα, νομίσματα, αγγεία και διάφορα αντικείμενα. Σύμφωνα με την παράδοση, στη Βαλτούδα υπήρχε αρχαίος ναός. Σ΄αυτή την τοποθεσία πιθανόν να βρισκόταν και η αρχική θέση του Παλαιοχωρίου.

Στην τοποθεσία Κρανιές υπάρχει το Καστελούδι, στο οποίο βρέθηκαν μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη με υπολείμματα οχύρωσεων και ναού. Σημάδια λαθρανασκαφών παρατηρούνται σε 5 τουλάχιστον σημεία, ενώ απόπειρα διάνοιξης αγροτικού δρόμου έφερε στο φώς πιθάρι με μεγάλη ιστορική αξία.

Συνέχεια αυτής της περιοχής είναι η τοποθεσία Βαλτούδα με πηγές και διάσπαρτα κεραμίδια.

Στο βάθος διακρίνεται η Βίγλα και ο Αη Λιάς με οχυρωματικές βυζαντινές εγκαταστάσεις.

Ενώ στην τοποθεσία Καμήλα (στην κορυφή του αντίστοιχου βουνού) υπάρχουν οχυρωματικές κατασκευές.

Επίσης υπάρχουν μακεδονικές εκμεταλλεύσεις των μεταλείων χρυσού και χαλκού στις "Σκουριές" από την εποχή του Φιλίππου. Στις παρυφές του χωριού υπάρχει και η τοποθεσία Αγραμάδες που σημαίνει "χρυσοφόρες πέτρες" .

Βόρεια του Παλαιοχωρίου, μέσα στα όρια της Κοινότητος Παλαιοχωρίου, στην περιοχή του κάστρου «Νέπωσι» ή «Νιέμπουσ'»(=απόρθητο) ξεκίνησε ανασκαφή, μετά από ενέργειες της κοινότητας, τη βοήθεια του αρχαιολόγου κ. Ιωακείμ Αθ. Παπάγγελου και τη χρηματοδότηση με την παρέμβαση του υφ.Εθν.Οικονομίας κ. Χρήστου Πάχτα.

Το κάστρο κτίσθηκε κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. σε θέση κατοικημένη τουλάχιστον από το 1500 π.Χ.

Τα συμπεράσματα από την επιφανειακή μέχρι στιγμής μελέτη του κάστρου είναι τα εξής :

Στην κορυφή ενός οχυρού λόφου, φύσει και θέσει απόρθητου, είναι κτισμένο ένα κάστρο το “Καστέλλι”, όπως το ονομάζουν οι Παλαιοχωρινοί, το μεγαλύτερο στη Χαλκιδική. Η μόνη σύνδεση του λόφου με το βουνό είναι ένα στενό απόκρημνο μονοπάτι. Βρέχεται από τρεις πλευρές από τον «Παλαιοχωρινό λάκκο», βασικό παραπόταμο του Χαβρία, που ακούγεται βουερός στο βάθος χαράδρας 30 - 40 μέτρων. Περιβάλλεται σε μεγάλη ακτίνα από τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, με οργιαστική βλάστηση.

Το κάστρο καταλαμβάνει έκταση 15 στρεμμάτων (σε επίπεδο) και περιστοιχίζεται από τείχος μήκους 800 - 1000 μέτρων περίπου και ύψους 4 - 5 μέτρων. Το τείχος φαίνεται να έχει τρεις οικοδομικές φάσεις, που ξεχωρίζουν στο ύψος και δείχνουν πόσες φορές ανακατασκευάσθηκε μετά από καταστροφές.

Το παλιότερο εύρημα στην περιοχή, είναι ένα αττικό μελαμβαθές κεραμικό όστρακο, που μέχρι στιγμής δεν ερμηνεύθηκε η παρουσία του εκεί.

Υπάρχει τοπικός λαϊκός μύθος για το δυνατό βασιλιά Νέπους και σε συνδυασμό με τη χρονολόγηση κατασκευής με βάση τα ευρήματα, πιθανόν το κάντρο να αναφέρεται στον δυτικό Ρωμαίο αυτοκράτορα Flavius Julius Nepos (430-480). Πήρε το όνομα Nepos επειδή η σύζυγος του ήταν ανηψιά του Ανατολικού Ρωμαίου Αυτοκράτορα Λέοντος Α' του Θρακός.

Επίσης λόγω της ύπαρξης και του ποταμού Χαβρία στην περιοχή πιθανό να συνδέεται με τον Αθηναίο στρατηγό Χαβρία (420π.χ. - 357π.χ.) του οποίου την βιογραφία έγραψε ο Κορνήλιος Νέπως, Ρωμαίος ιστορικός και βιογράφος του 1ου π.χ. αι.)

Όπως συμπεραίνουμε από την πρώτη οικοδομική φάση του τείχους του κάστρου, την παλαιοχριστιανική, η πρώτη καταστροφή του πρέπει να έγινε με την εισβολή των Ούννων το 540 μ.Χ. Το κάστρο έμεινε έρημο 1-2 αιώνες και μετά ακολούθησε μεγάλη επισκευή και ανακατασκευή με τα υπάρχοντα υλικά. Μέσα στο κάστρο οργανώθηκε μεγάλο χωριό.

Στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου, μέσα στο τείχος, διακρίνονται οι σωροί των ερειπίων του οικισμού πο υπήρχε εκεί. Σ΄αυτή την πλευρά του τείχους διανοίγεται και μία πύλη, ενώ μία άλλη μικρότερη υπάρχει βορειοανατολικά. Υπάρχουν υπόγειες εγκαταστάσεις και διάδρομοι, που όπως λέγεται, επικοινωνούσαν με άλλα κάστρα.

Στη βόρεια άκρη του οικισμού, δίπλα στο τείχος, βρίσκονται τα ερείπια μιας εκκλησίας (μεσοβυζαντινή τρίκλιτη βασιλική 15 x 9 μ). Στην τοιχοδομία της (αργολιθοδομή και ασβεστοκονίαμα) χρησιμοποιήθηκαν και τμήματα μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών παλιότερου κτιρίου.

Στη μέση του νάρθηκα έχει ανασκαφεί από αρχαιοκάπηλους (πριν από το 1960) διθάλαμος τάφος, που φαίνεται να σχετίζεται με την ίδρυση της εκκλησίας. Ο πρώτος θάλαμος του τάφου είναι ορθογώνιος επιπεδόστεγος, από τον οποίο πρέπει να προέρχεται τμήμα μαρμάρινης επιγραφής που βρέθηκε. Μία πύλη οδηγεί στο δεύτερο θάλαμο του τάφου, που είναι καμαροσκέπαστος και επιχρισμένος με ωραίο σταυρό και φέρει θήκες για λυχνάρια.

Η καλογραμμένη επιγραφή που βρέθηκε είναι ένα από τα ελάχιστα δείγματα από τη μεσοβυζαντινή Χαλκιδική. Σ΄αυτήν αναφέρεται το όνομα της (αυτοκράτειρας;) Ζωής και κάποιου Μιχαήλ Πατρικίου και έτος που αντιστοιχεί στο 910 - 920 μ.Χ. Μόλις βρεθεί το υπόλοιπο κομμάτι της επιγραφής, θα επιβεβαιώσουμε άν πράγματι πρόκειται για την αυτοκράτειρα Ζωή την Καρβουνοψήνα, που βασίλεψε μετά τον Λέοντα Σοφό και τη διαδέχτηκε ο γιος της Κων/νος ο Πορφυρογέννητος.

Η επιγραφή αυτή δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη σημασία αυτού του κάστρου. Σε μία εποχή που οι ελληνοβουλγαρικοί πόλεμοι βρίσκονταν στο απόγειο τους και η αυτοκρατορία περιοριζόταν σε κάποια μεγάλα οχυρωμένα αστικά κέντρα, ένα μικρό κάστρο της Χαλκιδικής, η οποία υπέφερε από τι επιδρομές των Βουλγάρων, κρατούσε τις σχέσεις του, τη διοικητική και τη στρατιωτική του εξάρτηση κατ΄ευθείαν από την Κωνσταντινούπολη.

Η δεύτερη καταστροφή του κάστρου πρέπει να συνέβη το 10ο αιώνα μ.Χ. Ανακατασκευάσθηκε και η τελική του καταστροφή τοποθετείται στα μέσα του 14ου αιώνα. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, το κάστρο πολιορκήθηκε από τους Οθωμανούς και έπεσε μόνο μετά από την τυχαία αποκάλυψη της μυστικής του πόρτας. Μία γριά από το κάστρο κατέβηκε από τη μυστική υπόγεια διάβαση στο ποτάμι να πάρει νερό έχοντας μαζί της την κάλτσα που έπλεκε και της έπεσε το κουβάρι. Οι Τούρκοι βρήκαν το κουβάρι και ακολουθώντας το νήμα που ξετυλίχθηκε ανακάλυψαν τη μυστική είσοδο, μπήκαν στο κάστρο και ακολούθησε σφαγή και καταστροφή.

Η προφορική επίσης παράδοση λέει, ότι τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του κάστρου που έπεσε τη μετέφεραν (με βόδια) καλόγεροι στο Άγιο Όρος σε Μοναστήρι.

Η ανασκαφή που θα ακολουθήσει στην περιοχή του κάστρου «Νέπωσι» θα μας δώσει στα επόμενα χρόνια στοιχεία για τα ιστορικά γεγονότα μιας εποχής ελάχιστα γνωστής για τη Χαλκιδική.

Το Παλαιοχώρι αναφέρεται για πρώτη φορά με το όνομά του από τον 9ο - 10ο αιώνα μ.Χ. μαζί με τα Σιδηροκαύσια (Στάγειρα) και τα Ρεβενίκια (Μ. Παναγία) (D. Papasaranthoy, La Vie de saint Eythyme le Jeune).

Kατά το 14ο αιώνα στο Παλαιοχώρι υπήρχε μετόχι της μονής Μεγίστης Λαύρας, όπως φαίνεται σε έγγραφο της μονής, στην τοποθεσία που βρίσκεται σήμερα η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Η εκκλησία αυτή κτίσθηκε στα θεμέλια παλιότερης κατασκευής, που ανάγεται επίσης στο 14ο αιώνα.

Σε έγγραφα της μονής Κουτλουμουσίου αναφέρεται ότι στην περιοχή μεταξύ Παλαιοχωρίου και Αρναίας υπήρχε λίμνη, η οποία αποξηράνθηκε.

Το Παλαιοχώρι αναφέρεται επίσης σε ένα περιορισμό του Κωνσταντίνου Περγαμηνού και του Γεώργιου Φαρισαίου το 1320-21: «...εύρίσκει είς την οδόν την από του Κοντογρίκου εις το Παλαιοχώριον απάγουσαν λίθινον σύνορον...».

Η ύπαρξη του Παλαιοχωρίου αναφέρεται επίσημα και σε έγγραφο της μονής Ξηροποτάμου της 20ης Σεπτεμβρίου του 1441 ( FAUX TESTAMENT DE LA NONNE AGATHE - Actes de Xeropotamou, Archives de L'Athos III, ed. J. Bompaire.-Paris:1964), δηλαδή πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Συγκεκριμένα αναφέρεται στη διαθήκη της μοναχής Αγάθης, η οποία, πριν μονάσει, υπήρξε πολύ πλούσια αρχόντισσα του Βυζαντίου με το όνομα Αναστασία.

Στη διαθήκη της, που συνέταξε παρουσία του μητροπολίτη Ιερισσού Νικάνδρου, αναφέρει ότι τα χωριά της Χαλκιδικής Παλαιοχώρι και Γήσβολο (Στρατονίκη), μαζί με τους κατοίκους τους, που αγόρασε από το Δημήτριο Μουζάλωνα το Γαζοφιλόσοφο, όπως η ίδια αναφέρει, τα αφιερώνει στο Μοναστήρι του Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους, που τιμάται στο όνομα των Σαράντα Μαρτύρων, ώστε να αποτελέσουν Σταυροπηγιακά Μετόχια.

Το σχετικό απόσπασμα της διαθήκης έχει ως εξής :

“Πνευματικώς συν δια της χάριτος του Σου Υιού και Θεού, τον νεαρόν οφθαλμόν της καρδίας προς Σε αναπέμπω Δέσποτα των Αγγέλων, την μικράν ταύτην ημών προσφοράν των Μεγαλομαρτύρων Τεσσαράκοντα νυνί πρόσδεξαι, ω Παρθένε, ώσπερ και ο Κύριος της χήρας εκείνης τα δύο λεπτά, μεθ΄ής και το ημέτερον της ταπεινής συναναρίθμησον όνομα, της σης γαρ φιλανθρωπίας και αγαθότητος, ίδιον υπέρ ής και δια την λύτρωσιν των πολλών μου αμαρτιών και ένεκεν της μελλούσης αιωνίου ζωής, προσήλωσα ως αδιάσπαστα κειμήλια, τα εκ του Μουζάλωνος εκείνου μακαρίτου Γαζοφιλοσόφου εξωνηθέντα μοι τελεία πράξει δύο χωρία, το Παλαιοχώριον λεγόμενον και το χωρίον Γήσβολον καλούμενον (ως αληθώς γης βορά ον τοις μεταλλείας) τω Αγίω Μοναστηρίω του Ξηροποτάμου, τω του Αγιωνύμου Όρους του Άθωνος και την εκκλησίαν του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου, αλλά δη και πάντων των εγχωρίων και τοπίου τούτων, ώστε είναι Σταυροπηγιακόν Μετόχιον τα ρηθέντα ταύτα δύο χωρία τη Σεβασμία Μονή του Ξηροποτάμου των καιροίς αυτής ηγουμενευόντων αδεία και του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου κυρίου Νικάνδρου”.

Οθωμανικά κατάστιχα (1478-1568) καταγράφουν τους κατοίκους του Παλαιοχωρίου ως ανθρακωρύχους του μεταλλείου των Σιδηροκαυσίων, ενώ ένα τμήμα των κατοίκων του χωριού ήταν γερακάρηδες (1527). Για τις υπηρεσίες τους ήταν απαλλαγμένοι από τους έκτακτους φόρους.

Παρακάτω παρουσιάζεται ο σχετικός πίνακας απογραφής. Με αστερίσκο (*) σημαίνονται οι γερακάρηδες:

Στίς 24 Ιουνίου 1682 υπάρχει αφιέρωση χωραφιού στα Πινικαριά στην Μονή Ξηροποτάμου από τον Στόϊκο. Υπογράφουν οι κάτοικοι του Παλαιοχωρίου Στέργιος, Ζαφείρης , Γιοβάννης , Γεωργός και Γεώργιος.

Κατά τον 18ο αιω. υπάρχουν αρκετά πωλητηρία λειβαδιών (5 λιβάδια) στην γεωγραφική περιοχή του Παλαιοχωρίου (Μονή Ξηροποτάμου). Αναφέρονται οι κάτοικοι γέρο-Στρούμος, Μάρκου,Γιόβου,Νικόλας Σαμαράς,Γιόβος του Πέτρου, Ιατρός, Νικόλας του Στρατήκι, Χρήστος του Σιμώνη, Αγοραστός Γερακάρης , Αντρώνης Γερακάρης, Θεόδωρος Γερακάρης , Καζαντζής Γιάννος και Μουσταφάς.

Το 1726 υπάρχει ομολογία μαστόρων για οικοδομικέ εργασίες στη Μονή Ξηροποτάμου όπου αναφέρονται ονόματα και επίθετα που υπάρχουν έως και σήμερα στο Παλαιοχώρι δηλ. Μάστρο-Αντρώνης , Μάστρο- Ιωάννης και οι Μάνθος , Κώστας και Δήμος

Στις 10 Μαρτίου 1747 υπάρχει συμφωνία Ζηζηλιωτών μαστόρων με τη Μονή Ξηροποτάμου αναφέρονται οι Νέκος , Δήμος , Ράϊκος και Νικόλας.

Το Παλαιοχώρι κατέχει κομβική θέση στη ΒΑ Χαλκιδική γι αυτό η παρουσία του σημειώνεται από όλους τους περιηγητές της περιοχής.

Ο γερμανός περιηγητής Richard Pocock, που πέρασε από εδώ το 1740-42, το αναφέρει σαν μεγάλο κεφαλοχώρι σε χάρτη της Χαλκιδικής, που υπάρχει στην έκδοση των περιηγήσεών του (Λονδίνο, 1755).

Χάρτης της Χαλκιδικής (1740 μ.Χ.) από το βιβλίο με τις περιηγήσεις του Richard Pocock στη Χαλκιδική:

Έχουμε επίσης και τις μαρτυρίες του επί 20 χρόνια Γάλλου Γενικού Προξένου στη Θεσσαλονίκη και περιηγητή Εspirit. M. Cousinery, που σε περιοδεία του στην περιοχή, μεταξύ άλλων επισκέφθηκε και το Παλαιοχώρι το 1793 μ.Χ. Ο Cousinery κατέγραψε τις εντυπώσεις του σ΄ένα δίτομο βιβλίο, που τιτλοφορείται “Voyage dans la Macedoine” δηλ. “Ταξίδι δια μέσου της Μακεδονίας”, στο κεφάλαιο «Ταξίδι εις την Χαλκιδικήν η επί Θράκης». Το κείμενο του βιβλίου που αναφέρεται στο Παλαιοχώρι έχει ως εξής :

“Έμαθα μεταξύ άλλων πραγμάτων, ότι δεξιά της Λιαρίγκοβης υπήρχε μία πόλη, με το όνομα Παλαιοχώρι και ότι οι κάτοικοι του Παλαιοχωρίου χωρίς να αλλάξουν την ονομασία αυτή, ήλθαν και εγκαταστάσθηκαν στο βάθος του οροπεδίου και ότι η καινούργια εγκατάσταση βρισκότανε στο πέρασμα του δρόμου μου.

Την επομένη το πρωί πήρα το δρόμο για το Παλαιοχώρι. Ο δρόμος ήταν περιτριγυρισμένος από αμπέλια, τα οποία είχαν ήδη τρυγήσει. Αντίκρυσα ένα αρκετά μεγάλο ποτάμι, του οποίου τα νερά κατευθύνονται προς νότο, προς τους μύλους και πάνε ύστερα να ριχτούν στο Χαβρία. Μόλις έφθασα στις όχθες του ποταμού αυτού που διασχίζει το Παλαιοχώρι, ξεπέζεψα για να κάμω μερικές ερωτήσεις για έναν πύργο, που παρατήρησα πάνω σ΄ένα ύψωμα εκεί κοντά (Καστέλι). Αλλά ήδη η περιέργεια είχε τραβήξει προς ημάς τα βήματα ολίγων προσώπων, πολύ λίγο συνηθισμένων να βλέπουν Φράγκους στα βουνά τους. Μεταξύ αυτών ήταν και ένας έμπορος που ξεχώριζε με το ντύσιμο του.

-Χωρίς άλλο, μου λέγει, πάτε στα Μαντέμια. Θέλετε να μου κάνετε τη μεγάλη ευχαρίστηση να αναπαυθείτε μια στιγμή σπίτι μου;

Δέχτηκα τον καφέ του, άναψε την πίπα μου και αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για τον παλιό πύργο. Μου απάντησε ότι πρέπει να είναι πολύ μακρινή η εποχή που ο Πύργος αυτός θα χρησίμευσε για την άμυνα του τόπου, αφού κανένας δεν μπορεί να μαρτυρήσει τίποτα γι αυτόν. Αλλά αυτού του είδους οι οχυρώσεις, ήταν πολυάριθμες σ΄όλη την ορεινή αυτή περιοχή. Η πυκνότητα των δασών, εξακολούθησε ο συνομιλητής μου, συνετέλεσε πολύ περισσότερο από αυτούς τους πύργους να διατηρηθεί σε όλη της την καθαρότητα η ελληνική ράτσα, η εγκαταστημένη σ΄αυτά τα βουνά.

Πραγματικά, προσθέτει, θα βρείτε εδώ πολύ σπάνια άλλους Τούρκους, εκτός από κείνους που διευθύνουν τσιφλίκια ή εκμεταλλεύονται τους υδρόμυλους, που έχουν νοικιάσει.

Συνεπέρανε δε από αυτό ο συνομιλητής μου, και με το δίκιο του, ότι κατά τους χρόνους των επαναστάσεων και των επιδρομών, αυτά τα δάση απέβησαν η σωτηρία των κατοίκων, ότι με αυτά απέφυγαν τον κίνδυνο να μεταναστεύσουν, ότι αυτά διετήρησαν τις πανάρχαιες οικογένειες του τόπου, που κατέφυγαν εκεί. Και υψώνοντας τη φωνή του ο συνομιλητής μου τόνισε.

-Είμαστε περήφανοι μέσα σ΄αυτά τα δάση που ζούμε, για τον τίτλο μας ως Ελλήνων, για τις εκκλησίες μας, για τους επισκόπους μας, για τους ιερείς μας, για τα σχολεία μας.

Βαθειά ήταν η εντύπωση μου από τους λόγους αυτούς και οι εξηγήσεις του μου φάνηκαν ορθές και γνωστικές. Με μεγάλη λύπη μου χωρίστηκα από αυτόν τον Έλληνα”.

Μετά την αναφορά αυτή του Cousinery, το Παλαιοχώρι αναφέρεται και πάλι σε έγγραφα της μονής Βατοπεδίου του 1795 μ.Χ., στα οποία φαίνεται ότι Παλαιοχωρινοί δανείζουν χρήματα στη μονή, δείγμα της ευμάρειάς τους.

Άλλοι περιηγητές, που επισκέφθηκαν την περιοχή κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, όπως ο άγγλος dr. Hunt το 1800 και ο επίσης άγγλος συνταγματάρχης Leake to 1806 περιγράφουν την περίοδο αυτή σαν αρκετά ήρεμη.

Τα Μαδεμοχώρια, αυτόνομη ομοσπονδία της Χαλκιδικής, που αποτελούνταν από 12 κώμες και 36 μικρότερα χωριά, απολάμβαναν τότε ειδικών προνομίων από το Σουλτάνο, σε αντάλλαγμα των οποίων, έδιναν στον Μαδέμ Αγά, τον Τούρκο διοικητή της περιοχής των μεταλλείων, ασήμι, που έβγαζαν από τα μεταλλεία. Λέγεται μάλιστα, ότι όταν κάποτε αυτό τους έλειψε, αγόραζαν από τους κουρσάρους ασημένια νομίσματα, δίνοντας σε αντάλλαγμα ρούχα ή ζώα, και τα έλιωναν σε μία περιοχή έξω απ΄το Παλαιοχώρι, για να μπορούν να δίνουν το ασήμι στους Τούρκους, ώστε να μη χάσουν τα προνόμια που είχαν. Τα προνόμια αυτά ήταν να μην υπάρχουν Τούρκοι στην περιοχή εκτός απ΄τον Μαδέμ Αγά, έναν Τούρκο αξιωματικό και 20 στρατιώτες, που έμεναν στο Μαχαλά (Στάγειρα).

Αυτοί δεν είχαν καμία εξουσία, απλώς εκτελούσαν τις αποφάσεις των Βεκίλιδων, των 4 αρχόντων που εξέλεγαν κατ΄έτος οι αντιπρόσωποι των 12 χωριών.

Το Παλαιοχώρι, που ήταν τότε ένα μικρό χωριό (οικισμός) υπαγόταν με τα 15 “Ελευθεροχώρια” (κατά τον άγγλο περιηγητής Leak) στα Χάσικα του Λόγγου, κατ΄ευθείαν στο Σουλτάνο μαζί με τα Ζερβοχώρια, την περιοχή Λαγγαδά και τη Σιθωνία.

Κατά τον "Πίνακα τοπογραφίας του Αγιορειτικού παραγωγικού χώρου" Π.Θεοδωρίδη (Κληροομία τ.13 Θεσσαλονίκη, 1981) στην καταγραφή των ετών 1861-62 αναφέρεται μαζί με τα χωριά Κολεός ή Μικρά Μπεσίκια, Γράδιστα, Μετάλιν, Κασσαλούποι, Κοντογρίκου, Λιβάδιον, Σελάδα, Συμεών, Σελίνα και Κόσλα, στην ομάδα των Μαδεμοχωρίων. Ο δε Ν.Βουλγαρελίδης, ο οποίος έγραψε για τα Μαδεμοχώρια κατά το έτος 1878, αναφέρει το Παλαιοχώρι μεταξύ των μεγάλων χωριών της Ομοσπονδίας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω του αμιγούς πληθυσμού σ΄όλη τη Χαλκιδική δόθηκε το προνόμιο να απευθύνονται στις τουρκικές αρχές ελληνιστί. Γι αυτό υπήρχε το Ρουμ Καλεμί (Ρωμέϊκο Γραφείο) στον Πολύγυρο, που μετέφραζε στην τουρκική γλώσσα τα έγγραφα που υποβάλλονταν γραμμένα ελληνικά στις τουρκικές αρχές.

Οι κάτοικοι της Χαλκιδικής δεν αισθάνονταν τόσο πιεστικά την τουρκική κυριαρχία αφού υπήρχαν μόνο λίγοι Τούρκοι τσιφλικούχοι στα νότια και ελάχιστες διοικητικές και στρατιωτικές αρχές σε κέντρα της χερσονήσου. Αυτό είχε σαν συνέπεια να διατηρηθεί αναπτυγμένο το θρησκευτικό και εθνικό φρόνημα του πληθυσμού της περιφέρειας, ο οποίος έδωσε αμέσως το παρόν στην εθνεγερσία.

Ο πρώτος φιλικός που επισκέφθηκε την περιοχή ήταν ο αρματωλός του Ολύμπου Ιωάννης Φαρμάκης. Όταν ξεσηκώθηκε η επανάσταση του 1821, οι Χαλκιδικιώτες ακολούθησαν από τους πρώτους το Μάιο του 1821. Αρχιστράτηγος της επανάστασης στη Μακεδονία ορίσθηκε ο Σερραίος οπλαρχηγός Εμμανουήλ Παπάς.

Ο Εμμανουήλ Παπάς μετά από δέηση στις Καρυές ξεκίνησε με περίπου πεντακόσιους ενόπλους που συγκεντρώθηκαν στο στενό του Άθωνα, έφθασαν στην Ιερισσό και με εμπροσθοφυλακή τον επίσκοπο Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιγνάτιο και τον Γεδεών τον Ξενοφωντινό προχώρησαν προς την περιοχή των Μαδεμοχωρίων, που ξεσηκώθηκαν και ενώθηκαν μαζί τους. Στις 3 Ιουνίου έφθασαν στο Στρατώνι και συγκεντρώνοντας όλο και περισσότερους, μεταξύ αυτών και πολλούς Παλαιοχωρινούς, προχώρησαν προς το Σταυρό με τελικό προορισμό τη Θεσσαλονίκη, ζητώντας παράλληλα πολεμοφόδια από το Άγιο Όρος, όπως και έγινε.

Στο στενό όμως της Ρεντίνας στην Παζαρούδα και στο Εγριμποτζάκι, στις 15 Ιουνίου 1821 συγκρούσθηκαν με τους Τούρκους και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στον τακτικό στρατό του Μπαιράμ πασά που ήταν πολυάριθμος και πολύ καλά εξοπλισμένος, σε αντίθεση με τους Έλληνες.

Δυστυχώς οι χριστιανοί δεν κρατούσαν οχυρά για να αναχαιτίσουν το τουρκικό στρατό, έτσι δεν κράτησε πολύ η σύρραξη αλλά και δεν είχε πολλά θύματα. Ο Εμμανουήλ Παππάς υποχώρησε στον Πολύγυρο με διακόσιους ένοπλους που του έμειναν, γιατί από τους υπόλοιπους, άλλοι σκοτώθηκαν στη μάχη κι άλλοι τράπηκαν σε φυγή, και στα γύρω χωριά επικράτησε πανικός.

Όσοι μπόρεσαν κατέφυγαν στα βουνά και στο Αγιο Όρος. Οι Τούρκοι με τον Αμπντούλ Αμπούντ εισέβαλαν στη Χαλκιδική. Απ΄ όπου περνούσαν έσφαζαν λεηλατούσαν και κατέστρεφαν. Τα Βασιλικά, η Αγία Αναστασία, το Λιβάδι, η Γαλάτιστα και η Βάβδος καταστράφηκαν ολότελα από τους Τούρκους. Το ίδιο έγινε και στον Πολύγυρο.

Οι Τούρκοι περιορίσθηκαν στα χωριά της Χαλκιδικής και δεν έστειλαν στρατό να καταλάβει το Άγιο Όρος. Το μέτωπο στην Κασσάνδρα κρατήθηκε μετά από νικηφόρα σύγκρουση στην Ορμύλια στις 27 Ιουνίου 1821. Μετά απ΄ αυτά, ο Μπαιράμ πασάς αποσύρθηκε για να προχωρήσει στη νότια Ελλάδα, όπου χρειαζόταν ενισχύσεις. Έτσι η ομοσπονδία των Μαδεμοχωρίων διαλύθηκε (Αύγουστος 1821).

Οι κάτοικοι του Παλαιοχωρίου και των γύρω χωριών κατέφυγαν επίσης στα βουνά, τη Νιγρίτα Σερρών και το Άγιο Όρος μέχρι που δόθηκε αμνηστία απ΄το Σουλτάνο.

Οι Παλαιοχωρινοί επέστρεψαν και ξανάκτισαν τα σπίτια τους το 1835-36. Ξανακτίσθηκε και ο παλιός ναός του Ταξιάρχη Μιχαήλ, ψηλά σ΄ένα λόφο, παραπλεύρως του «Παλαιοχωρινού Λάκκου», το 1835 (χωρίς άδεια από τους Τούρκους). Κτίσθηκε στα ερείπια αρχαίου ναού που κάηκε και κατεδαφίστηκε από τους Τούρκους.

Ο ρυθμός αυτού του ναού είναι βασιλική μονόκλιτη απλή. Τυπικό κτίσμα των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Έχει μικρή είσοδο. Για να μπεί κανείς ανεβαίνει δύο σκαλιά και κατεβαίνει άλλα δύο μετά την είσοδο. Οι υπόδουλοι Έλληνες έκτιζαν τους ναούς τους μ΄ αυτόν τον τρόπο, για να είναι δύσκολο στους κατακτητές να τους μετατρέψουν σε σταύλους, όπως συνήθιζαν τότε.

Σ΄ αυτόν το ναό τοποθετήθηκε και η θαυματουργή εικόνα του Παμμεγίστου Ταξιάρχη Μιχαήλ, κτητορική εικόνα που ανάγεται στο τέλος του 15ου με αρχή του 16ου αιώνα. Η εικόνα χρονολογήθηκε με την αξιόπιστη μέθοδο της ραδιομέτρησης. Σώζεται μέχρι και σήμερα, είναι κρητικής τεχνοτροπίας, και ήταν 3 φορές επιζωγραφισμένη. Επανήλθε στην πρώτη της κατάσταση μετά από πρόσφατη συντήρηση. Είναι καλυμμένη από αργυρόχρυσο υποκάμισο ρωσικής τέχνης, με πλήθος αναθήματα. Σύμφωνα με την παράδοση βρέθηκε, αφού έσκαψαν στο ίδιο χώρο που κτίσθηκε ο ναός του Ταξιάρχη Μιχαήλ. Εγκαίνια του ναού που λειτουργεί σήμερα σαν κοιμητηριακός πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα, τον Ιούνιο του 1996, επειδή διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν γίνει παλιά όταν κτίσθηκε ο ναός προφανώς για τον φόβο των Τούρκων.

Αξιοθαύμαστη είναι και η μεγάλη τοιχογραφία του Ταξιάρχη Μιχαήλ:

Το οστεοφυλάκιο και το κοιμητήριο:



Πιττάκιο του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριαρχή Βαρθολομαίου του Α' ευλογεί τους κατοίκους του Παλαιοχωρίου και το κατονομάζει σαν τη συνέχεια της Ορθοδοξιάς και του "Καστελλίου" στο "Νέπωσι" με το «Παλαιοχώριον το Θεοφύλακτον Κάστρον».

Στα ιστορικά μνημεία του Παλαιοχωρίου από την εποχή της Τουρκοκρατίας συγκαταλέγεται και ο νέος ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, Πολιούχων του Παλαιοχωρίου, που βρίσκεται στό κέντρο του σημερινού χωριού.

Οι κάτοικοι αποφάσισαν να κτίσουν το νέο ναό, περί τα τέλη του19ου αιώνα, επειδή το χωριό είχε μεγαλώσει και οι ανάγκες αυξήθηκαν.

Κατά τα χρόνια όμως της τουρκικής κατοχής απαγορευόταν η ανοικοδόμηση, ακόμα και η συντήρηση ναών. Ο μόνος τρόπος ήταν η έκδοση ειδικού βασιλικού διατάγματος (φιρμανιού) από την Κωνσταντινούπολη, την έδρα του Σουλτάνου. Για να εκδοθεί όμως αυτό από την «Υψηλή Πύλη» χρειαζόταν μεγάλο χρηματικό ποσό σε χρυσές λίρες για δωροδοκίες, καθώς και πολύμηνα και επικίνδυνα ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να είναι σίγουρο το αποτέλεσμα.

Για καλή μας τύχη, το έτος 1899 εφησύχαζε στο Μυλοπόταμο, στο Άγιο Όρος, ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ ο μεγαλοπρεπής. Τον επισκέφθηκαν οι κάτοικοι του Παλαιοχωρίου και τον παρεκάλεσαν να μεσολαβήσει στην Πύλη, πράγμα που τους υποσχέθηκε. Τους υποσχέθηκε επίσης ότι θα παρευρεθεί στα εγκαίνια για την αποπεράτωση του ναού.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι προύχοντες του χωριού ειδοποιήθηκαν να πάνε στην Κωνσταντινούπολη, και παρέλαβαν το φιρμάνι.

Η θεμελίωση του ναού πραγματοποιήθηκε το 1899 και κτίσθηκε (με μαστόρους από την Καστοριά, όπως φαίνεται από το συμβόλαιο παρακάτω) με βιασύνη, λόγω της ρευστής κατάστασης που επικρατούσε τότε στα Βαλκάνια, στο σύντομο για την εποχή διάστημα των τεσσάρων ετών.

Ο νέος Ιερός Ναός, που αφιερώθηκε στη σύναξη των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, κατασκευάσθηκε ευρύχωρος (400 m2) σε ρυθμό τρικλίτου βασιλικής, επειδή απαγορευόταν τότε από τους κατακτητές ο βυζαντινός ρυθμός μετά τρούλλου.

Τα εγκαίνιά του έγιναν το 1903. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, γιατί το 1901 επανεκλέχθηκε για 2η φορά Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αλλά έστειλε Ιερό Αντιμήνσιο, πάνω στο οποίο τελέσθηκε η πρώτη θεία Λειτουργία στο νεόδμητο ναό, που εγκαινιάσθηκε από τον επίσκοπο και πρόεδρο Ιερισσού Ιωακείμ.

Σήμερα αυτός ο ναός είναι ιδιαίτερα μεγαλοπρεπής με αξιοθαύμαστο ψηλό ξυλόγλυπτο τέμπλο και ταβάνια.

Ελάχιστα κειμήλια διαφυλάχθηκαν από τότε, επειδή τα περισσότερα με τις συνεχείς μετακινήσεις, λόγω του διωγμού των κατακτητών, ή καταστράφηκαν από την αμάθεια, ή χάθηκαν.

Αυτά είναι, εκτός από τη θαυματουργή εικόνα του Ταξιάρχη Μιχαήλ, που αναφέραμε παραπάνω, ένα Άγιο Ποτήριο μολύβδινο του 1600 μ.Χ., ένα ζεύγος στεμμάτων ρωσικής κατασκευής, μία σειρά Μηναία, ένα Ανθολόγιο του 1743, δύο Ευαγγέλια ένα του 1759 και ένα του 1799 όλα εκδόσεων Βενετίας, ένα ζεύγος εξαπτέρυγα του 1863, 2 μπρούτζινα μανουάλια δώρο της μονής Βατοπεδίου στα εγκαίνια του Ναού (1904), δίσκοι από κασσίτερο και πολλά άλλα, χωρίς όμως ιδιαίτερη αξία.

Μετά 33 χρόνια απ΄την επανάσταση του 1821 η σύγκρουση Ρωσίας-Τουρκίας το 1854, που εξελίχθηκε στον Κριμαϊκό πόλεμο αναπτέρωσε τις ελπίδες των υποδούλων και ξεσηκώθηκε και η Χαλκιδική μαζί με την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Οι Τούρκοι με πολυάριθμο στρατό και με τη βοήθεια των συμμάχων τους Άγγλων και Γάλλων κατέστειλαν την επανάσταση με βαρύτατες απώλειες και από τις δύο πλευρές.

Οι Χαλκιδικιώτες επεχείρησαν να συμμετάσχουν και στο ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878, αλλά ισχυρές τουρκικές δυνάμεις απέτρεψαν το κίνημα.

Με τη συνθήκη του Βερολίνου, που προέβλεπε τη δημιουργία Μεγάλης Βουλγαρίας, το βουλγαρικό κομιτάτο έστειλε ομάδες κομιτατζήδων στη Χαλκιδική το Μάρτιο του 1880 και έκαναν επιδρομές στα χωριά. Οι Τούρκοι τους καταδίωκαν, αλλά και αυτοί έκαναν βανδαλισμούς και καταστροφές.

Για να τους αντιμετωπίσουν οι Χαλκιδικιώτες οργάνωσαν μικρά ανταρτικά σώματα, και συγκρούονταν με τα τουρκικά αποσπάσματα, που επιδόθηκαν με αγριότητα στην καταστολή του αντάρτικου κινήματος. Μετά από αυτά αποχώρησαν και οι κομιτατζήδες από τη Χαλκιδική.

Στο Μακεδονικό Αγώνα στα σώματα του Παύλου Μελά συμμετείχαν και Παλαιοχωρινοί, μεταξύ των οπλαρχηγών του οποίου ήταν ο εκ Βαρβάρας Αθ.Μινόπουλος και ο Ιερισσιώτης καπετάν Γιαγκλής.

Η Χαλκιδική βρέθηκε εκτός των ορίων δραστηριότητας του βουλγαρικού κομιτάτου, λόγω του υψηλού εθνικού της φρονήματος και της σθεναρής αντίστασης. Από εδώ διακινούνταν οι αντάρτικες μονάδες προς τη Μακεδονία και εδώ έβρισκαν καταφύγιο.

Ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας συνεχίστηκε ως το 1908.

Τότε πραγματοποιήθηκε η επανάσταση των Νεοτούρκων, που ανέτρεψαν το σουλτανικό καθεστώς, παραχώρησαν γενική αμνηστία και υποσχέθηκαν ισοπολιτεία όλων των εθνοτήτων.

Επειδή οι Νεότουρκοι επεχείρησαν να εκτουρκίσουν όλους τους πληθυσμούς του ευρωπαϊκού τμήματος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, τα Βαλκανικά κράτη υποχρεώθηκαν να συμμαχήσουν και να αγωνισθούν ενωμένα κατά των Τούρκων.

Έτσι μπαίνουμε στην τελευταία φάση του Μακεδονικού Αγώνα.

Η επιβράβευση των κόπων και των θυσιών ήλθε με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 με τους οποίους ελευθερώθηκε η Μακεδονία από οθωμανικό ζυγό πέντε αιώνων.

Το Παλαιοχώρι απελευθερώθηκε ουσιαστικά από τους Τούρκους στις 15 Οκτωβρίου του 1912, αλλά επίσημη ημερομηνία της απελευθέρωσης φέρεται η 4η Νοεμβρίου 1912, όταν μπήκε στην περιοχή ο ελληνικός στρατός με το τάγμα των Κρητών (τάγμα Κολοκοτρώνη), επικεφαλής των οποίων ήταν ο ανθυπολοχαγός
Ι. Σ. Αλεξάκης:

Μετά την απελευθέρωση , κατά το 1913 το Παλαιοχώρι φαίνεται να έχει 175 σπίρια και 910 κατοίκους, ενώ το 1918 με το υπ΄αριθ. 26-6-1918 ΒΔ/ΦΕΚ Α 152/1918 αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητη Κοινότητα του Νομού Χαλκιδικής. Μετά την ένταξη του στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, η ιστορία του ακολουθεί την ιστορία της χώρας.

Στον κατάλογο των μακεδονομάχων από τη Χαλκιδική (Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα) αναφέρεται το όνομα του Αναγνώστου Γ. Μακκαβού με την ιδιότητα του Οργάνου-Πράκτορα Γ΄τάξης. Στον δε πίνακα των μακεδονομάχων με τον Αθ. Μινόπουλο αναφέρονται οι Παλαιοχωρινοί Νικόλαος Σιώκος, Κων/νος Σιώκος, Άγγελος Κλαρίνος και Παπαποστόλου.

Κάτοικοι του Παλαιοχωρίου που έπεσαν υπέρ της πατρίδας κατά τους βαλκανικούς πολέμους (1912) ήταν: Ιωάννης Μπακατσιάνος, Δημήτρης Περιστεριανός, Ιωάννης Χαρδαβέλλας και Δημήτρης Αραμπατζής.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο δεν σημειώθηκαν εχθροπραξίες στη Χαλκιδική. Η γραμμή του Μακεδονικού μετώπου προωθήθηκε προς βορράν και η Χαλκιδική βρέθηκε στα μετόπισθεν της πολεμικής ζώνης.

Το 1916 ιδρύθηκε απ΄τον Ελευθέριο Βενιζέλο η Εθνική Άμυνα και σχηματίσθηκε Κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη. Στη φωτογραφία γλέντι για τη νίκη του Βενιζέλου:

Πολλοί επίστρατοι στασίασαν υπακούοντας στις διαταγές της κυβέρνησης των Αθηνών και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Το κίνημα αυτό μετά από λίγο το κατέστειλε ο στρατός της Εθνικής Άμυνας και συνελήφθησαν οι κινηματίες. Απ΄αυτούς οκτώ Χαλκιδικιώτες καταδικάστηκαν σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο στον Πολύγυρο και εκτελέσθηκαν. Σ΄άλλους τέσσερις δόθηκε χάρη. Ένας απ΄τους τυχερούς ήταν και ο Παλαιοχωρινός Ελευθέριος Τσιουπλάκης.

Στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας που οδήγησε στη μικρασιατική καταστροφή το 1922 συμμετείχαν οι παλαιοχωρινοί: Αθανάσιος Ρίμπας, Χριστόδουλος Θεοχάρης και Κουμαντσιώτης Αστέριος.

Στα επόμενα χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 σημαντικό γεγονός για τη Χαλκιδική ήταν η άφιξη των Ελλήνων προσφύγων της Ιωνίας, που μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία βάσει της συνθήκης της Λωζάνης. Οι πρόσφυγες αυτοί τόνωσαν πληθυσμιακά τη Χαλκιδική και συνέβαλαν στην οικονομική και κοινωνική της ανάπτυξη.

Με τη συνθήκη της Λωζάνης επίσης περιήλθε και το Άγιο Όρος στην κυριαρχία της Ελλάδος.

Το 1924 με ΝΔ η περιοχή του Άθω κατέστη, λόγω του αρχαίου προνομιακού καθεστώτος, αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού κράτους, κυρίαρχο και άθικτο, υπό την άμεσο πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Διοικητικώς εποπτευόταν από το ελληνικό κράτος, που είχε το αποκλειστικό δικαίωμα της διαφύλαξης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, από διοικητή με βαθμό Νομάρχη, που υπάγεται στο υπουργείο εξωτερικών, και την Ιερά Κοινότητα δηλ. τους αντιπροσώπους των 20 μονών.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι στα χρόνια που ακολούθησαν την απελευθέρωση, ιδρύθηκαν και δύο γυναικεία σωματεία στο Παλαιοχώρι:

Το “ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ” που ιδρύθηκε από την κ. Λαχοβάρη το 1918 και ασχολήθηκε με τη ζωή των γυναικών στην περιοχή.

Επίσης η “ΕΝΩΣΙΣ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ” που ιδρύθηκε στις 31 Ιουλίου του 1932. Λίστα των μελών του:

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1932 έγινε μεγάλος σεισμός, με επίκεντρο τη θαλάσσια περιοχή της Ιερισσού και κατέστρεψε όλα τα γύρω χωριά, που θρήνησαν αρκετά θύματα. Στο Παλαιοχώρι, όπως αναφέρεται στις περιγραφές των εφημερίδων της εποχής 125 σπίτια κατέρρευσαν από το σεισμό, 60 σπίτια έπαθαν μεγάλες ζημίες υπήρξε 1 νεκρός και 2 σοβαροί τραυματισμοί. Οι πρώτες πληροφορίες ανέφεραν 7 νεκρούς. Ζημίες έπαθε επίσης το λιθόκτιστο Δημοτικό Σχολείο, οι ναοί των Παμμεγίστων Ταξιαρχών παλαιός και νέος και ο ναός του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, όπως φαίνεται από έκθεση που υπέβαλε στο μητροπολίτη η τότε εκκλησιαστική επιτροπή:

Μετά τρία χρόνια οι σεισμόπληκτοι παραμένουν αβοήθητοι, όπως φαίνεται από τα παρακάτω αποσπάσματα άρθρου της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ (13 Νοεμβρίου 1935):

Ακολούθησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι επίστρατοι της Χαλκιδικής πύκνωσαν τις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων με το 31ο σύνταγμα.

Ακολούθησε η κατοχή των Γερμανών. Το Παλαιοχώρι δεν υπέστη σοβαρές καταστροφές εκτός από την πείνα το 1941, ενώ η υπόλοιπη Χαλκιδική δεινοπάθησε από τη γερμανοβουλγαρική παρουσία.

Συμμετείχε στο κίνημα της αντίστασης με αντάρτικες ομάδες, ενώ οι ακτές της Χαλκιδικής απετέλεσαν μυστικές διεξόδους διαφυγής προς Μέση Ανατολή, ως το 1944.

Κατά τον εμφύλιο στη συνέχεια, στις 14 Αυγούστου του 1948, οι αντάρτες έκαψαν το χωριό, παίρνοντας τρόφιμα και ζώα. Υπήρξαν εκείνη τη μέρα 5 νεκροί: ο Αθανάσιος Γ. Σιώκος, ο Γεώργιος Χ. Πολύζος, ο Αστέριος Εμ. Σίσυλας, ο Κων/νος Α. Αραμπατζης και ο Νικόλαος Αγγ. Βλάχος. Ήταν κίνηση αντιπερισπασμού του Δημοκρατικού Στρατού, ο οποίος στον κίνδυνο εγκλωβισμού των δυνάμεων του στο μέτωπο της Πίνδου, μετά την επιτυχή επιχείρηση Κορωνίς του Εθνικού Στρατού, προχώρησε σε καταστροφές χωριών στην υπόλοιπη επικράτεια.

Εκείνη την εποχή, επειδή οι κάτοικοι δεν είχαν δεχθεί στρατό να τους προστατεύσει από τους αντάρτες, το χωριό μετονομάσθηκε “Λεβεντοχώρι”, αλλά τελικά επικράτησε και πάλι η σημερινή του ονομασία.

Μετά το κάψιμο, το χωριό ξανακτίσθηκε στη σημερινή του θέση.

Έκτοτε το χωριό αναπτύσσεται και ευημερεί μέχρι σήμερα.


2 σχόλια:

Γιάννης Σαράφης είπε...

Συγχαρητήρια για την πολύ εμπεριστατωμένη έρευνα που κάνατε. Πραγματικά η Χαλκιδική μας έχει πλούσια ιστορία η οποία πρέπει να γίνεται γνωστή. Blog τέτοιου είδους αποτελούν ένα ανοιχτό παράθυρο στο κόσμο.
Συγχαρητήρια και πάλι.

Ανώνυμος είπε...

'Οταν οι αντάρτες του ΔΣΕ επιτέθηκαν στο Παλαιοχώρι, στις 14 Αυγούστου του 1948,σκότωσαν 2 χωροφύλακες και 4 άνδρες των ΜΑΥ,τραυμάτισαν δέκα άνδρες των ΜΑΥ και2 γυναίκες και απήγαγαν 10 χωρικούς. Επίσης έκαψαν πάνω από 80 σπίτια .Οι ίδιοι είχαν 6 νεκρούς.