Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

ΜΥΘΟΙ & ΘΡΥΛΟΙ

ΜΑΣΑΛΙΑ

Ένα στοιχείο της λαογραφίας του Παλαιοχωρίου είναι τα μασάλια ή μύθοι, δηλαδή τα ευτράπελα, που συναντούνται σε πολλές περιοχές της Ελλάδος.

Τα μασάλια είναι μία σκιαγράφηση της αυθόρμητης αντίδρασης απλών ανθρώπων απέναντι σε καθημερινές καταστάσεις και εξελίξεις γεγονότων, απέναντι σε προβλήματα και ερεθίσματα κοινωνικά ή πολιτιστικά ή που έχουν σχέση με την τεχνολογία. Μέσα από αυτά διακρίνεται η σύνθεση του χαρακτήρα των ανθρώπων, η ετοιμολογία της σκέψης, οι αδυναμίες, οι ιδιομορφίες και οι ευαισθησίες τους.

Γεγονότα πραγματικά, που έγιναν εδώ ή αλλού και παρέμειναν ζωντανά από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά και που για πολλά χρόνια αποτελούν το επίκεντρο της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας ακόμα και σήμερα σε γιορτές, εκδρομές, φιλικές συναντήσεις και καθημερινές συναναστροφές ή στο καφενείο καθημερινά.

Στο Παλαιοχώρι είχαμε και έχουμε πρόσωπα που σημαδεύουν την πορεία του χωριού με τις περιπέτειες τους, την ευρηματικότητα, τη φαντασία και το χιούμορ τους, με τις ιστορίες που άφησαν πίσω τους. Μέσα στη φτώχεια του ο κόσμος ήξερε να γλεντάει και να απομυθοποιεί τις δυσκολίες της ζωής και να ξεφεύγει από τα προβλήματά του.

Φτωχοί άνθρωποι δούλευαν σκληρά στα μεταλλεία, τα χωράφια ή τα κοπάδια τους, όμως κατάφερναν να γλεντούν μέρες ολόκληρες όχι μόνο στις γιορτές, αλλά και σε ανύποπτο χρόνο. Σ΄ αυτά τα γλέντια τους τα μασάλια είχαν έντονη παρουσία.

Θα αναφέρουμε εδώ μερικά δειγματοληπτικά, από τα άπειρα που υπάρχουν:


Ο σεισμός

Στο μεγάλο σεισμό του ΄32 κάθονταν οι μπαρμπάδες στον καφενέ και έπιναν τα ρακιά τους. Πάνω που ήταν στο καλύτερο, άρχισε ο σεισμός. Περίμεναν για λίγο, κι αφού δεν σταματούσε το κούνημα, λέει ο μπάρμπα Νικόλας :

-Πιάστι τα πουτήρια στα χέρια σας, γιατί όπους πάει αυτός θα μας τα γκριμίσ’ !


Το ψωμί

Ο μπάρμπα Παναγιώτης δούλευε πάνω στο τριεθνές στα σύνορα και ως εκ τούτου έγινε γλωσσομαθής. Μετέδιδε λοιπόν τις γνώσεις του σε συγχωριανό του, που ήθελε κι αυτός να μάθει ξένες λέξεις :

- Οι βουργάροι του ψουμί του ζιστό του λιέν΄ κουιτσμάτσ΄.

Εντυπωσιασμένος ο άλλος :

- Του κρυγιό του ψουμί, πως του λιέν΄ ;

και ο μπαρμπα Παναγιώτης, αφού σκέφθηκε λιγάκι :

- Σάματις τ΄ αφήν΄ να κρυώσ’ - Του τρων μιάφουρα!


Η γαδούρα

Κάποτε ξεκίνησε ένας Παλαιοχωρινός για τον Πολύγυρο με το μουλάρι του, για δουλειά. Στο δρόμο συνάντησε και κάποιον άλλο που πήγαινε στον ίδιο προορισμό με τη γαδούρα του και το πουλάρι της. Είπαν λοιπόν να πάνε μαζί, για νάχουν παρέα.

Σ΄ όλη τη διαδρομή είχε το λόγο και παίνευε τις ικανότητες και τα κατορθώματα της γαδούρας του. Η διαδρομή κράτησε περίπου 8 ώρες και ο άλλος δεν πρόλαβε να πάρει σειρά να μιλήσει, άκουγε συνέχεια για τη θαυμαστή ... γαδούρα. Απαυδισμένος λοιπόν όταν έφθασαν στον Πολύγυρο του λέει :

- Πες μου τι ώρα θα τελειώσεις τη δουλειά σου για να γυρίσουμε οπωσδήποτε μαζί!

- Γιατί; απόρησε ο άλλος

- Γιατί δεν πρόλαβες να μου πείς για το πουλάρι !


Οι χαψιές

Ο μπάρμπα Ντήμος γνωστός κτηνοτρόφος κάθησε να φάει την κλασσική σπεσιαλιτέ της εποχής “παπάρα” με γάλα.

Παίρνει μια μεγάλη “τσιανάκα” τη γεμίζει γάλα και έτριψε μέσα κι ένα “πλαστό” ψωμί.

Ο παραγυιός δίπλα το είδε και θάμαξε :

- Μπάρμπα Ντήμου, θα του πιείς όλου αυτό του γάλα ;

Κι ο μπάρμπα Ντήμος :

- Άλλου θα πιώ ιγώ, άλλου οι χαψιές …


Ο χορός

Κάποτε μία γυναίκα παντρεμένη, από διπλανό χωριό, ετοιμαζόταν να πάει στο Νεοχώρι σε έναν γάμο. Εκεί που ετοιμαζόταν να φύγει, πέθανε ο άντρας της. Αυτή όμως έπρεπε να πάει στο γάμο οπωσδήποτε.

Μια και δυό πάει και αναθέτει σε δύο μοιρολογίστρες να κλάψουν τον άντρα της τάζοντάς τες «μ΄σό μούτλου κ΄κιά» (μισό μούτλο αντιπροσώπευαν ποσότητα που τη μετρούσαν αφού έμπηγαν το λιχνιτήρι ή ένα ξύλο στο σωρό με τα κουκιά και μετρούσαν 5 γροθιές σε ύψος).

Τις πήγε στο σπίτι στον πεθαμένο, και τις λέει :

- Ιδώ είνι, Γιάννη τουν λιέν , κλιαίτι τουν.

Εκεί που πήγε στο γάμο έτυχε να περνάει μία συγχωριανή της και την είδε να χορεύει. Τη φώναξε και της είπε :

- Μαρή ΄συ η άντρας είνι πιθαμένους, κι συ χουρεύ΄ς ;

Και η άλλη ετοιμόλογη :

- Ε, χουρεύου κι ρ΄μάζου, ίσια ίσια που κ΄νιούμι !

Ο αγάς

Κάποτε, τον καιρό της Τουρκοκρατίας, έκλεψαν ένα σφαχτό. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις αναλάμβανε την έρευνα Τούρκος χωροφύλακας συνοδευόμενος από Έλληνα μεταφραστή-τελάλη για να πιάσει τον κλέφτη.

Ήρθε λοιπόν ο χωροφύλακας και ανέθεσε στον τελάλη να φωνάξει στο χωριό, ότι όποιος έκλεψε το σφαχτό να το επιστρέψει αμέσως γιατί «ο αγάς κρούει», δηλαδή ο αγάς δέρνει και τιμωρεί.

Και ο τελάλης :

- Όποιους έκλιψι του σφαχτό, μι γειά τ΄ μι χαρά τ΄ να του φάει να του ΄φχαριστηθεί, αλλά να του κρύψει καλά, γιατί κρούει η αγάς !

Ο Τούρκος χωροφύλακας, που κατάλαβε μόνο τις τελευταίες λέξεις κουνούσε το κεφάλι ευχαριστημένος, υπερθεματίζοντας :

- Κρούει για, κρούει !


Η κοιλιά

Το εγγόνι καθόταν την αγκαλά του παππού Γιώργη και εντυπωσιάστηκε από το μέγεθος της κοιλιάς του.

“Παππού, τι έχει ιδώ μέσα κι είνι τόσο μιγάλ’ ;”

“Σκατά !”

και η απορία του πιτσιρικά :

“κι πότι πρόλαβις παππού κι τα έφαγις τόσα σκατά ;”



ΤΟΠΙΚΟΙ ΘΡΥΛΟΙ & ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Το ψίκι

Υπάρχει ένας θρύλος για το χωριό μας που συνδέεται με την Μακοβίνα, περιοχή του Παλαιοχωρίου. Αυτός ο θρύλος εξελίσσεται ως εξής:

Τα πολύ παλιά χρόνια γύρω στο 300 π.Χ. η Μακοβίνα ήταν τότε ένα χωριό που βρισκόταν στην περιοχή του Παλαιοχωρίου. Κάποτε μια κοπέλα από εκεί παντρευόταν έναν Παλαιοχωρινό. Αυτή η κοπέλα ήταν πολύ κακιά και άπληστη.

Η γαμήλια πομπή η αλλιώς το ψίκι ξεκίνησε να πάει να την πάρει μαζί με την προίκα της από το σπίτι του γαμπρού. Ετσι η νύφη πήρε από το πατρικό της όλα όσα της είχαν δώσει οι γονείς της για προίκα, αλλά ξέχασε να πάρει το μαρμάρινο αδράχτι και το σφοντύλι. Τότε γυρίζοντας προς τα πίσω φώναξε της μητέρας της :

"Μάνα ξέχασες να μου δώσεις το μαρμάρινο αδράχτι και το σφοντύλι. Πήγαινε πίσω να μου το φέρεις". Τότε η μητέρα της με μεγάλη αγανάκτηση και πίκρα για την απληστία της κόρης της σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό και είπε : "Αφού δεν χόρτασες με αυτά που σου δώσαμε, μάρμαρο να γίνεις όπως το αδράχτι". Αμέσως όλα έγιναν μάρμαρο, άνθρωποι ζώα και αντικείμενα. Η περιοχή που βρισκόταν ο γαμπρός, η νύφη, και το ψίκι ονομάστηκε "το ψίκι και λίγο πιο πέρα που βρισκόταν τα άλογα με τα σεντούκια της νύφης έμεινε η ονομασία "τα σεντούκια".

Αυτές οι πέτρες υπάρχουν και σήμερα, καθώς και τα αντίστοιχα τοπωνύμια.


Της μπάμπως το πήδημα

Ένας άλλος θρύλος εξελίσσεται την εποχή μετά την ή άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους.

Οι Τούρκοι είχαν εξαπλωθεί σε όλη την Ελλάδα. ‘Ετσι στο δρόμο για την Μακοβίνα υπήρχε ένα ποτάμι, που λένε πως ήταν μεγάλο. Ένας Τούρκος στρατιώτης κυνηγούσε μια γριά να τη σκοτώσει. Η γριά όταν έφτασε σε αυτό το σημείο έκανε ένα μεγάλο πήδημα και πέρασε στην άλλη άκρη του ποταμού.

Ο Τούρκος στρατιώτης θέλησε να κάνει το ίδιο μα δεν μπόρεσε να το περάσει και έπεσε μέσα στο ποτάμι και πνίγηκε. Από τότε έμεινε η ονομασία "της μπάμπως το πήδημα" μέχρι σήμερα σ΄αυτήν την περιοχή, στο δρόμο για την Μακοβίνα όπου υπάρχει ένα ξερό ποτάμι.

Το στοιχειωμένο πηγάδι

Κάποτε σ' ένα δρόμο του Παλαιοχωρίου υπήρχε ένα πηγάδι. Εκεί γύρω καθόταν μια οικογένεια με τρία κορίτσια. Αυτές ήταν ερωτευμένες με τρία παλικάρια και για να μπορούν να συναντιούνται τις νύχτες ανενόχλητοι, έβαζαν ένα ξύλο με ένα σεντόνι από πάνω έτσι, ώστε όλοι νόμιζαν ότι το πηγάδι ήταν στοιχειωμένο και κανένας δεν περνούσε από εκεί. Οι κάτοικοι όμως για να ησυχάσουν από το φάντασμα του πηγαδιού το γκρέμισαν κι έτσι έχασαν την δυνατότητα τα ζευγάρια να συναντιούνται.

Ο μαλαματένιος αργαλειός

Υπάρχει μια παράδοση που λέει, ότι κάποτε, στην περιοχή που λέγεται "Καστέλι" βασίλευε ο βασιλιάς Νέμπους. Αυτός ήταν πολύ πλούσιος και η βασίλισσά του είχε ένα μαλαματένιο αργαλειό με μαλαματένια χτένια. Όταν αργότερα η περιοχή κατακτήθηκε από άλλο βασιλιά οι κάτοικοι έλεγαν ότι τα βράδια ακούγονταν ο αργαλειός της βασίλισσας και ότι τα πλούτη του βασιλιά και ο αργαλειός είναι ακόμα εκεί και τα φυλάει ένα χρυσό φίδι.

Μια άλλη εκδοχή αυτής της παράδοσης είναι πως ο αργαλειός αυτός ανήκε στην μητέρα του Μ.Αλέξανδρου Κασσάνδρα και ότι τώρα βρίσκεται στο βουνό Καμήλα και τον φυλάει ένας δράκος. Υπάρχουν μαρτυρίες από τους παλιότερους, που λένε ότι έχουν δει το φίδι-δράκο που έχει κεφάλι βοδιού.


Το πριγκιπόπουλο και η μοίρα του

Κάποτε σε ένα από τα καστέλια του Παλαιοχωρίου γεννήθηκε ένα πριγκιπόπουλο, που οι μοίρες είχαν πει γι αυτό ότι θα πέθαινε, ή από φίδι, ή από σκύλο, ή από κροκόδειλο. Ο βασιλιάς για να προστατέψει τον γιο του από την πρόβλεψη της μοίρας έχτισε πάνω σε ένα βουνό ένα χρυσό παλάτι και πήγε το γιο του να κατοικήσει εκεί.

Αφού πέρασαν χρόνια και το βασιλόπουλο μεγάλωσε άρχισε να βαριέται τη ζωή στο παλάτι και να θέλει να γνωρίσει τον έξω κόσμο. Μια μέρα περνούσε από εκεί ένας άνθρωπος με το σκυλάκι του.

Ο πρίγκιπας μόλις το είδε διέταξε τους δούλους του να πάνε και να το αγοράσουν από τον ιδιοκτήτη του. Μετά από λίγο καιρό το βασιλόπουλο χωρίς να ξέρει ποια είναι η μοίρα του αποφάσισε να φύγει και να πάει να γνωρίσει τον κόσμο. Οι άνθρωποι του παλατιού για να τον μεταπείσουν του είπαν τι ήταν γραφτό να πάθει, αν φύγει από το παλάτι. Αυτός όμως ήταν αποφασισμένος, έτσι πήρε το σκύλο του κι έφυγε.

Σε λίγο καιρό έφτασε σε μια πόλη της οποίας ο βασιλιάς είχε μία πανέμορφη κόρη. Η κοπέλα αυτή βρισκότανε ψηλά σ' ένα κάστρο και όποιος θα κατόρθωνε ν' ανέβει τον τοίχο θα την έπαιρνε για γυναίκα του. Πολλοί νέοι είχαν προσπαθήσει ν' ανέβουν αλλά δεν τα κατάφεραν γιατί η κοπέλα δεν τους ήθελε κι έτσι όταν έφταναν κοντά στο παράθυρό της τους έσπρωχνε για να πέσουν. Το βασιλόπουλο μόλις την είδε θαμπώθηκε από την ομορφιά της και θέλησε να ανέβει στο παράθυρο για να την πάρει. Αυτή μόλις τον είδε αντί να τον σπρώξει τον βοήθησε να ανέβει πάνω και θέλησε να τον παντρευτεί ακόμα και όταν έμαθε την τραγική του μοίρα.

Αφού λοιπόν παντρεύτηκαν αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω στο κάστρο και να ζήσουν εκεί την υπόλοιπη ζωή τους. Η πριγκίπισσα όμως για να προφυλάξει τον πρίγκιπα έβαλε δίπλα στο κρεβάτι του ένα πιατάκι γάλα γιατί σκέφτηκε πως αν έρθει κανένα φίδι, θα πιεί το γάλα, θα πέσει να κοιμηθεί κι έτσι θα μπορέσει να το σκοτώσει. Και πράγματι, μια νύχτα ένα φίδι μπήκε στο δωμάτιο του πρίγκιπα αλλά ήπιε το γάλα, χόρτασε και αποκοιμήθηκε, έτσι όταν ήρθε η κοπέλα το σκότωσε την ώρα που κοιμόταν.

Μια μέρα ο πρίγκιπας πρότεινε στη γυναίκα του να πάνε στη θάλασσα. Αυτή αρνήθηκε αλλά αυτός επέμενε κι έτσι κατεβήκανε στη θάλασσα. Έτσι όπως προχωρούσαν μαζί με το σκύλο τον ακούν να λέει : “πρίγκιπα εγώ είμαι η καλή σου μοίρα, προσοχή στον κροκόδειλο”.

Ξαφνικά ένας κροκόδειλος βγήκε από τη θάλασσα και όρμησε στο πριγκιπόπουλο. Ο σκύλος τότε όρμησε και αυτός εναντίον του κροκόδειλου που ήταν η κακή μοίρα του πρίγκιπα και με μια δαγκωματιά τον σκότωσε. Έτσι το βασιλόπουλο απαλλάχτηκε για πάντα από την κακή του μοίρα κι έζησε ευτυχισμένος με την γυναίκα του ως τα βαθιά γεράματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: